Υποχρεωμένες οι ευρωπαϊκές αρχές να προασπίσουν την ελευθερία του Τύπου

Άρθρο της Κωνσταντίνας Κούνεβα στην εφημερίδα «Finance & Markets Voice»

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ δεν είναι ανάμεσα σ’ αυτές που υπερασπίζεται η Αριστερά. Δεν είναι συμβατή με τις αξίες της. Το αντίθετο. Είτε μιλάμε για την οικονομία είτε για τις κοινωνικές και τις διακρατικές σχέσεις, η Αριστερά αντιπαραθέτει στον ανταγωνισμό τη συνεργασία και την αλληλεγγύη.

Ο ανταγωνισμός, σύμφωνα με τη δική μας φιλοσοφία, έχει καταστροφικά αποτελέσματα. Στην οικονομία, για παράδειγμα, οδηγεί στον μαρασμό των μικρότερων επιχειρήσεων και στη δημιουργία μονοπωλίων.

Όμως, ο ανταγωνισμός είναι, εδώ και αιώνες, ο τρόπος που λειτουργεί η λεγόμενη οικονομία της αγοράς. Και επειδή η καπιταλιστική πραγματικότητα επιβεβαιώνει την κριτική της Αριστεράς, εδώ και δεκαετίες έχουν θεσπιστεί περιορισμοί του αθέμιτου ανταγωνισμού, των καρτέλ και των μονοπωλίων.

ΣΤΗΝ Ε.Ε., ΜΑΛΙΣΤΑ, που συγκροτήθηκε κυρίως ως ενιαία αγορά, η προστασία του ανταγωνισμού από καταχρήσεις είναι πυρήνας της λειτουργίας της. Και γι’ αυτό η Κομισιόν είναι, πριν απ’ όλα, Επιτροπή Ανταγωνισμού, με τεράστια εξουσία. Αυτό το έχουν νιώσει με οδυνηρό τρόπο πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα, σε περιπτώσεις που η Κομισιόν έχει υποχρεώσει σε πώληση μία κρατική εταιρία ή έχει χαρακτηρίσει ως παράνομη κρατική ενίσχυση την προσπάθεια διάσωσης μιας άλλης.

ΘΑ ΗΤΑΝ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΟ η Κομισιόν να μείνει αδιάφορη στο φαινόμενο μονοπώλησης του Τύπου στην Ελλάδα, όχι από κάποια κρατική ενίσχυση, αλλά από την κατάχρηση της δύναμης που έχει συγκεντρώσει ένας ιδιωτικός όμιλος, αξιοποιώντας τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της κρίσης στον κλάδο. Η απάντηση, λοιπόν, της αρμόδιας επιτρόπου κυρίας Βεστάγκερ στην ερώτησή μου για το μονοπώλιο της διανομής που έχει επιβάλει η εταιρία που ελέγχει ο κ. Μαρινάκης, λέει τουλάχιστον το αυτονόητο. Και σωστά επικροτεί τις παρεμβάσεις στο θέμα της ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΘΕΣΜΙΚΗ λειτουργία των ΜΜΕ υπήρχαν, βεβαίως, και πριν από την κρίση. Όλοι ξέρουμε ότι ο όρος «διαπλοκή» εκφράζει το τερατώδες φαινόμενο επιχειρηματίες που είχαν το μονοπώλιο στα δημόσια έργα και στις δημόσιες προμήθειες να ελέγχουν και τα ΜΜΕ. Και μέσω αυτών να αποκτούν τεράστια επιρροή στο πολιτικό σύστημα και στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Αυτό το σύστημα που, όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκε, αλλά αντίθετα πριμοδοτήθηκε σκανδαλωδώς και από το τραπεζικό σύστημα, στη διάρκεια της κρίσης κατέρρευσε κάτω από το βάρος της ίδιας της δύναμής του. Οδήγησε στη χρεοκοπία πολλές επιχειρήσεις, σε κλείσιμο δεκάδες εφημερίδες και κανάλια, στην ανεργία χιλιάδες δημοσιογράφους και τεχνικούς και σε τρομακτική πίεση το κορυφαίο δημόσιο αγαθό, την ελευθερία του Τύπου.

ΤΟ ΚΕΝΟ ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ το παλιό ενημερωτικό καρτέλ έσπευσαν να το καλύψουν «νέες δυνάμεις», που ειδικά στην περίπτωση των εντύπων ελέγχουν πλήρως και τη διανομή και την εκτύπωσή τους. Και επειδή οι δυνάμεις αυτές δεν κρύβουν την ταυτότητα και την πολιτική στρατηγική τους, το μονοπώλιό τους δεν αποτελεί μόνο εργαλείο επιχειρηματικής κερδοσκοπίας, αλλά και μοχλό πολιτικού εκβιασμού και φίμωσης των οικονομικά ασθενέστερων ΜΜΕ.

ΣΕ ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ, το βασικό ζήτημα που τίθεται εδώ, δεν έχει να κάνει τόσο με την ομαλή λειτουργία της αγοράς όσο με τη λειτουργία της ίδιας της Δημοκρατίας, συστατικό της οποίας είναι η ελευθερία του Τύπου.

Γι’ αυτό οι εθνικές και οι ευρωπαϊκές αρχές είναι υποχρεωμένες να το αντιμετωπίσουν όχι στενά, με βάση τους κανόνες του ανταγωνισμού, αλλά κυρίως με βάση τις αρχές της Ε.Ε. για τις θεμελιώδεις αξίες «του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου…» (Άρθρο 2 Συνθήκης Ε.Ε.).