Και ξαφνικά, η Κομισιόν αποδοκιμάζει την κατάχρηση της μερικής απασχόλησης!

 

  • Κ. Κούνεβα: «Αν πρόκειται για ειλικρινή μεταστροφή, η Κομισιόν οφείλει ν’ απολογηθεί γιατί εδώ και χρόνια ενθάρρυνε τη flexicurity»

  • Η παράδοξη απάντηση της επιτρόπου Τίσεν σε ερώτηση της ευρωβουλευτή ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή τις διεκδικήσεις της IG Metal για εβδομάδα 28 ωρών

  • Καμιά απάντηση από την Επιτροπή στην πρόταση για συντεταγμένη μείωση του χρόνου εργασίας, ώστε να μειωθεί η ανεργία

 

Άλλα τη ρωτούν και… σε άλλα απαντά η Κομισιόν, καθιστώντας προβληματικό τον  κοινοβουλευτικό έλεγχο μέσω των γραπτών  ερωτήσεων των Ευρωβουλευτών. Τελευταίο κρούσμα η απάντηση της Επιτρόπου Μαριάν Τίσεν σε ερώτηση της ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ –GUE/NGL, Κωνσταντίνας Κούνεβα, με αφορμή τις διεκδικήσεις της IG Metal στη Γερμανία για εργάσιμη εβδομάδα 28 ωρών για εργαζόμενους γονείς ή συγγενείς που φροντίζουν αναπήρους, ηλικιωμένους και χρόνια ασθενείς. Στα ερωτήματα της  Κ. Κούνεβα για το πώς η Κομισιόν  αντιμετωπίζει τις προτάσεις για συντεταγμένη μείωση του χρόνου εργασίας όχι μόνο για  να εξασφαλιστεί ισορροπία επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, αλλά και για να μειωθεί η ανεργία, η Κομισιόν απαντά με έναν τουλάχιστον παράδοξο τρόπο: «Η μείωση του χρόνου εργασίας μπορεί να συμβάλει στη μείωση της ανεργίας», λέει η επίτροπος Μ. Τίσεν, αλλά, προσθέτει, «η παράταση των ρυθμίσεων μερικής απασχόλησης, ιδιαίτερα εάν αυτή συνεπάγεται μειωμένο μισθό, μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες διαφορές στις αμοιβές, την εξέλιξη της σταδιοδρομίας και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μεταξύ γυναικών και ανδρών, και, συνεπώς, συμβάλλει στο μισθολογικό και το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων και στη φτώχεια των γυναικών»!

«Είναι ευπρόσδεκτο το γεγονός ότι η Κομισιόν αποδοκιμάζει την κατάχρηση της μερικής απασχόλησης και αναγνωρίζει τις καταστροφικές επιπτώσεις της  στη μισθολογική ανισότητα και στο ασφαλιστικό σύστημα. Αλλά, εάν η μεταστροφή της υπέρ της πλήρους είναι ειλικρινής, η Κομισιόν οφείλει μια απολογία γιατί εδώ και χρόνια  ενθάρρυνε την περίφημη flexicurity («ευελισφάλεια»), η οποία έχει οδηγήσει σε αύξηση της μερικής απασχόλησης στο 20% στην Ε.Ε. και σε κατάχρηση κάθε μορφής ευελιξίας σε βάρος  των εργαζομένων», σχολίασε η Κωνσταντίνα Κούνεβα, και πρόσθεσε: «Εξάλλου, στην ερώτησή μου κάλεσα την  Κομισιόν να απαντήσει αν προτίθεται να ενθαρρύνει τη συντεταγμένη μείωση του χρόνου εργασίας στην  Ε.Ε. στο πλαίσιο της πλήρους απασχόλησης, χωρίς μείωση αποδοχών και δικαιωμάτων, και όχι τη διεύρυνση της μερικής απασχόλησης».

Κατά τα λοιπά, η Κομισιόν στην απάντησή της εξηγεί το ήδη γνωστό περιεχόμενο  της πρότασης Οδηγίας για την ισορροπία  επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής, που δίνει  τη δυνατότητα για ευέλικτη χρήση χρόνου και του τόπου εργασίας από τους εργαζόμενους, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες και προτιμήσεις τους. Εμμέσως επιδοκιμάζει τις διεκδικήσεις του μεγαλύτερου γερμανικού συνδικάτου IG Metal, σημειώνοντας ότι «η πρόταση καθορίζει ελάχιστους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ, οι οποίοι δίνουν τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις». Σημειώνεται ότι το σχέδιο Οδηγίας βρίσκεται στο τελικό στάδιο συζήτησης στις Επιτροπές Γυναικών και Απασχόλησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

ΑΚΟΥΛΟΥΘΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΡΩΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

Η ερώτηση της Κ. Κούνεβα προς την Κομισιόν

«Θέμα: Πρόταση εβδομαδιαίας εργασίας 28 ωρών στη Γερμανία

Το μεγαλύτερο συνδικάτο  στη Γερμανία, η IG Metall, που εκπροσωπεί 3,9 εκατομμύρια εργαζόμενους, διαπραγματεύεται με τις εργοδοτικές οργανώσεις, εκτός από αυξήσεις 6% στους μισθούς, την καθιέρωση  εβδομαδιαίας  εργασίας  28 ωρών  για δυο χρόνια για κάθε εργαζόμενο,  χωρίς επίπτωση στους μισθούς. Ιδιαίτερα για τους εργαζόμενους που φροντίζουν ανήλικα παιδιά ή συγγενείς με ανάγκη φροντίδας, η  IG Metall προτείνει διατήρηση  του μισθού στα επίπεδα του πλήρους ωραρίου. Έπειτα από  τη  διετή περίοδο μειωμένου ωραρίου, σύμφωνα με την πρόταση, οι εργαζόμενοι θα επανέρχονται εγγυημένα σε εβδομαδιαία εργασία 35 ωρών. Στόχος του γερμανικού συνδικάτου είναι η  εξασφάλιση ισορροπίας επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, η διευκόλυνση της πρόσβασης των γυναικών στην αγορά εργασίας και η χρήση  της ευελιξίας στο ωράριο- που σήμερα αξιοποιείται μονομερώς από τους εργοδότες- υπέρ των εργαζομένων.

Ανεξάρτητα από την έκβαση της διαπραγμάτευσης στη Γερμανία, ερωτάται η Επιτροπή:

  1. Πώς αντιμετωπίζει τις προτάσεις για συντεταγμένη μείωση του χρόνου εργασίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η ισορροπία επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, στο πνεύμα της σχετικής οδηγίας που συζητείται ήδη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο;
  2. Πιστεύει ότι η ενθάρρυνση των κρατών μελών σε μέτρα μείωσης του χρόνου εργασίας μπορεί να συμβάλει καθοριστικά, εκτός από την ισορροπία επαγγελματικής-ιδιωτικής ζωής, και στη μείωση της ανεργίας;»

Η απάντηση της Μ. Thyssen εξ ονόματος της Επιτροπής

 «1. Η πρόταση οδηγίας της Επιτροπής σχετικά με την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να ζητούν ευέλικτες ρυθμίσεις όχι μόνο αναφορικά με τον χρόνο (ελαστικό και/ή μειωμένο ωράριο εργασίας) αλλά και με τον τόπο εργασίας (τηλεργασία), παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στους εργαζομένους ένα ευρύ φάσμα δυνατοτήτων προσαρμογής των μορφών απασχόλησής τους στις προσωπικές τους ανάγκες και προτιμήσεις.

  1. Αυτή η πρόταση οδηγίας προβλέπει ότι η διάρκεια των ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας ενδέχεται να υπόκειται σε εύλογους περιορισμούς. Προβλέπει επίσης ότι, στο τέλος της περιόδου για την οποία έχουν συμφωνηθεί οι ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας, οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να επανέλθουν στην αρχική μορφή απασχόλησής τους, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμίσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης. Τέλος, ενθαρρύνει μια ισορροπημένη μεταξύ των φύλων αξιοποίηση των ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας.

Η πρόταση καθορίζει ελάχιστους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ, οι οποίοι δίνουν τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις.

Η Επιτροπή σημειώνει ότι η μείωση του χρόνου εργασίας μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και στη μείωση της ανεργίας. Ωστόσο, η παράταση των ρυθμίσεων μερικής απασχόλησης, ιδιαίτερα εάν αυτή συνεπάγεται μειωμένο μισθό, μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες διαφορές στις αμοιβές, την εξέλιξη της σταδιοδρομίας και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μεταξύ γυναικών και ανδρών, και, συνεπώς, συμβάλλει στο μισθολογικό και το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων και στη φτώχεια των γυναικών».